Τα υπερατλαντικά ταξίδια με όχημα πάντα προκαλούσαν πονοκέφαλο στους overlanders. Στην περίπτωσή μας, αυτό ήταν το πρώτο θέμα που έπρεπε να επιλύσουμε, αφού μόνο διασχίζοντας τον Ατλαντικό θα μπορούσαμε να πάμε στη Νότια Αμερική από την Ευρώπη. Η εταιρία φορτηγών πλοίων Grimaldi ήταν η μόνη λύση, αφού τα πλοία της μεταφέρουν και επιβάτες εκτός από εμπορεύματα. Το μειονέκτημα τέτοιων ταξιδιών ωστόσο είναι η διάρκεια του ταξιδιού, καθώς όλα εξαρτώνται από τα εμπορεύματα και τα λιμάνια στα οποία πιάνουν τα πλοία. Το δικό μας ταξίδι ήταν προγραμματισμένο να διαρκέσει 24 μέρες. Δε θα ξεχάσω την αντίδραση της Rochelle όταν τη ρώτησα πρώτη φορά πώς της φαινόταν η ιδέα. “Σε φορτηγό πλοίο για ένα μήνα; Είσαι τρελός;” Μετά από τρεις μήνες διαβουλεύσεων και έρευνας, πήραμε την απόφαση να ενδώσουμε σε αυτήν τη “δελεαστική πρόταση” και να κάνουμε, μαζί με τον Βουκεφάλα, το μακρύ ταξίδι των 30 ημερών ως την άλλη πλευρά του Ατλαντικού (συν τυχόν επιπλέον καθυστερήσεις).

Για να μην τα πολυλογώ, το πρωινό της 20ής Δεκεμβρίου, και αφού διασχίσαμε την Ευρώπη, φτάσαμε στο λιμάνι της Αμβέρσας, έτοιμοι να επιβιβαστούμε στο “Grande Brasile”, με προορισμό το Μοντεβιδέο. Οι τυπικές διαδικασίες ήταν ελάχιστες στην Αμβέρσα, εκτός από τη σφραγίδα εξόδου από την Ευρώπη για τη Rochelle, που έχει αυστραλιανό διαβατήριο. Σύντομα επιβιβαστήκαμε στο γιγάντιο πλοίο, μήκους 214 μέτρων και πλάτους 45 μέτρων. Βάσει των πληροφοριών στο διαδίκτυο, είχαμε προετοιμαστεί για το τι να περιμένουμε, οπότε δεν είχαμε εκπλήξεις. Την επομένη όμως, όταν ξυπνήσαμε, είχαμε και οι δύο έντονα τσιμπήματα από κάποιου είδους ζωύφιο. Για να είμαστε σίγουροι και μια που δεν είχαμε σαλπάρει ακόμη (η αναχώρηση καθυστέρησε μία μέρα) πήγαμε με ένα ταξί στο πλησιέστερο νοσοκομείο, για να ελαχιστοποιήσουμε τον κίνδυνο αλλεργικής αντίδρασης. “Αυτά είναι σίγουρα τσιμπήματα”, είπε ο γιατρός, “μάλλον από το στρώμα, χωρίς να είμαι βέβαιος όμως τι είδους ζωύφιο τα προκάλεσε.” Επιστρέφοντας, ζητήσαμε μια άλλη καμπίνα, κάτι που ο καπετάνιος δέχτηκε χωρίς καμιά αντίρρηση. Εκτός από μία εβδομάδα ενοχλητικής φαγούρας, εδώ τελείωσε η κακοτυχία μας στο πλοίο. Από την επομένη, αρχίσαμε να δενόμαστε με τους υπόλοιπους επιβάτες, καθώς και με το πλήρωμα του “Grande Brasile”, κάτι που άλλαξε τελείως τη διάθεσή μας. Οι επιβάτες ήταν 11 συνολικά, μαζί με εμάς. Ο Helmut και η Heide από τη Γερμανία, ο Antonio και η Yolanda από την Ιταλία και την Κολομβία, ο Bruno και η Marie-Anne, Herve και τέλος ο Jean Jacques και η Flyuza. Οι τελευταίοι πέντε ήταν από τη Γαλλία, εκτός από τη Flyuza που ήταν Ρωσίδα. Τον επόμενο μήνα, μοιραστήκαμε υπέροχες αναμνήσεις, καθώς περάσαμε τα Χριστούγεννα στα ανοιχτά και την Πρωτοχρονιά αραγμένοι έξω από την Ντακάρ της Σενεγάλης. Κάποια στιγμή, ακόμη και η Rochelle παραδέχτηκε ότι το ταξίδι με το φορτηγό πλοίο δεν ήταν και τόσο κακή ιδέα τελικά (αν και δεν ήταν η πεντάστερη κρουαζιέρα που της είχα υποσχεθεί!)

Το τελευταίο λιμάνι μας στην Αφρική ήταν το Φριτάουν της Σιέρα Λεόνε, όπου ένας φτωχός ντόπιος προσπάθησε να κρυφτεί στα αμπάρια, αλλά δυστυχώς τον έπιασαν δέκα λεπτά μετά από την αναχώρησή μας και η αστυνομία τον γύρισε πίσω. Μετά ήρθε η ώρα να διασχίσουμε τον Ατλαντικό προς την Αμερική, κάτι που απασχολούσε πολύ τη Rochelle, γιατί σε τέτοια ταξίδια μπορεί να συναντήσει κανείς θαλασσοταραχή. Ευτυχώς όλα αυτά ήταν μόνο φήμες, όπως μας πληροφόρησε το πλήρωμα. Συνήθως η θάλασσα είναι ήρεμη όλο το χρόνο. Η ζωή σε πλοία όπως αυτό μπορεί να είναι πληκτική, καθώς τα μόνα που μπορείς να κάνεις είναι να δεις ταινίες, να διαβάσεις βιβλία και να προετοιμαστείς για το επικείμενο ταξίδι (Θεέ μου!!! Δεν υπάρχει Ίντερνετ). Κάποιες μέρες, περπατούσαμε πάνω κάτω στο κατάστρωμα ίσα για να κάνουμε κάτι διαφορετικό ή κάναμε μαραθώνιο ταινιών για να περάσει η ώρα. Εδώ αξίζει να αναφέρω το έθιμο της ευλογίας του Ποσειδώνα, που τηρείται όταν ένα πλοίο περάσει τον Ισημερινό και αφορά όλους τους πρωτάρηδες, πλήρωμα και επιβάτες. Τους καταβρέχουν με μια μάνικα, καθώς προσπαθούν να περάσουν μέσα από μια σημαδούρα. Έχει πολλή πλάκα!!!

 

Ευτυχώς ο καιρός πέρασε και σύντομα αράξαμε έξω από τη Βιτόρια, ένα σύγχρονο βραζιλιάνικο λιμάνι, το πρώτο από τα τέσσερα στη Νότια Αμερική. Έχοντας μόνο πέντε ώρες στη διάθεσή μας, και μόνο το γεγονός ότι πατήσαμε στην ξηρά, μετά από δέκα μέρες σχεδόν, μας έκανε να νιώσουμε μεγάλη ανακούφιση. Δεν υπήρχαν αξιοθέατα εκεί. Απλώς πήραμε ένα ταξί και πήγαμε στο πλησιέστερο εμπορικό κέντρο για να επικοινωνήσουμε με τον έξω κόσμο (εθισμός στο διαδίκτυο) και για να πάρουμε μια γεύση της ζωής σε μια βραζιλιάνικη πόλη. Επόμενος σταθμός ήταν το Ρίο Ντε Τζανέιρο. Δυστυχώς φτάσαμε ένα συννεφιασμένο απόγευμα και μέχρι να βγούμε στην ξηρά, είχε σκοτεινιάσει ήδη. Σε αυτό το σημείο του ταξιδιού, και μόνο το να βγούμε από το πλοίο είχε μεγάλη σημασία. Ένα παγωτό σε μια στάση λεωφορείου στο Novo Rio (Νέο Ρίο) μπορεί να σας φαίνεται ανόητο, αλλά εμείς το είχαμε ανάγκη και το απολαύσαμε. Τα επόμενα δύο λιμάνια πριν από το Μοντεβιδέο, τον τελικό μας προορισμό, ήταν το Σάντος και η Παρανάγκουα. Εδώ είχαμε κι άλλες καθυστερήσεις, καθώς έπεσε Σαββατοκύριακο. Στο Σάντος, μείναμε μισή μέρα στην παραλία και φάγαμε. Όσο για την Παρανάγκουα, με μια βόλτα στις αποικιακές συνοικίες και ένα καϊπιρίνια ολοκληρώσαμε τη σύντομη επίσκεψή μας. Επιτέλους, στις 20 του μηνός, το βράδυ, φτάσαμε στο Μοντεβιδέο και μας είπαν να βγάλουμε τα αυτοκίνητα στις αποβάθρες. Αυτό σήμανε και επίσημα το τέλος του ταξιδιού μας στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Την επομένη, περάσαμε από όλες τις τυπικές διαδικασίες, αποχαιρετήσαμε τους συνταξιδιώτες μας και ξεκινήσαμε. Ναι!!!

Κάναμε 14 μέρες για να διασχίσουμε την Ευρώπη και ακριβώς ένα μήνα πάνω σε ένα φορτηγό πλοίο, για να πατήσει ο Βουκεφάλας και το πλήρωμά του στη Νότια Αμερική. Το ταξίδι, που σχεδιάσαμε και περιμέναμε τόσο καιρό, άρχισε επιτέλους. Τι μας επιφυλάσσουν τα επόμενα δύο χρόνια; Συνεχίστε να μας βλέπετε και να μας ακολουθείτε για να το ανακαλύψετε!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

Search